σέρις

-ιδος, ἡ, ΜΑ, γεν. και -εως Μ, πληθ. και σέρεις, Α
είδος φυτού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σέρις — endive fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σερίδων — σέρις endive fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέριδες — σέρις endive fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέριδι — σέρις endive fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέριδος — σέρις endive fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σέριν — σέρις endive fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PICRIS — Graeca vox πικρὶς, lactuca agrestis, Exodi c. 12. v. 8. in Vulgata, Et edent carnes nocte illâ assas ipsi et azymos panes cum lactucis agrestibus; ubi Vaticana translatio habet, Et azyma super picrides comedent: S. Cyprianus cum picridibus, legit …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Atrichoseris platyphylla — Atrichoseris platyphylla …   Wikipédia en Français

  • σερήτιον — Α (κατά τον Ησύχ.) «ἡ σερίς». [ΕΤΥΜΟΛ. Έχει προταθεί η διόρθωση σε σειρήτιον ή σειρίς] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.